- σκαφοειδής
- -ές, ΝΑαυτός που είναι όμοιος με σκάφη, που έχει σχήμα σκάφης ή λεκάνης, σκαφιδωτός, κοίλος («τὸν ἥλιον... σκαφοειδῆ, ὑπόκυρτον», Πλούτ.)νεοελλ.φρ. α) «σκαφοειδές οστό»ανατ. i) το μεγαλύτερο και το πιο έξω από τα τέσσερα οστά τού πρώτου στοίχου τού καρπού, το οποίο βρίσκεται στο κερκιδικό χείλοςii) οστό που καταλαμβάνει το έσω τμήμα τού άκρου ποδιού και αρθρώνεται προς τα πίσω με τον αστράγαλο και προς τα εμπρός με τα τρία σφηνοειδή οστάβ) «σκαφοειδής αύλακα»ανατ. τοξοειδής αύλακα μεταξύ έλικας και ανθέλικας τού πτερυγίου τού αφτιού, αλλ. σκάφοςαρχ.1. αυτός που μοιάζει με λέμβο ή πλοιάριο2. το ουδ. ως ουσ. τὸ σκαφοειδέςσώμα που έχει το σχήμα σκάφης ή λεκάνης.[ΕΤΥΜΟΛ. < σκάφη + -ειδής*. Η λ. ως επιστημον. όρος τής Νέας Ελληνικής είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. scaphoid].
Dictionary of Greek. 2013.